Γιατί γελώ απόψε; Φωνή καμιά δεν θα το πει.
Μήτε θεός, ή δαίμονας
σε κόλαση ή παράδεισο,
απόκριση αυστηρή να δώσει θα καταδεχτεί.
Προς την ανθρώπινη καρδιά μου στρέφομαι τότε
μονομιάς:
Καρδιά! Εσύ κι εγώ είμαστ' εδώ μόνοι και λυπημένοι.
Γιατί γελώ; Πες! Ω, πόνε της θνητότητας,
ω, σκοτάδι! Σκοτάδι! Αιώνια πρέπει να θρηνώ
ρωτώντας παράδεισο και κόλαση κι ανθρώπινη καρδιά
μα μάταια.
Γιατί γελώ; Της σάρκας τούτης η κατοικία, ξέρω
την φαντασία μου στις εσχατιές πως σπρώχνει.
Μα θα μπορούσα στην καρδιά μέσα της νύχτας να
ησυχάσω
και τα ξενδιάντροπα λάβαρα του κόσμου ετούτου
κουρελιασμένα ν' απολαύσω.
Ποίηση, φήμη κι ομορφιά δείχνουν να είναι δυνατά
μα ο θάνατος πιο δυνατός,
βραβείο μόνο της ζωής, ο θάνατος.