Ένας στρατός που προχωράει αργά
ασταμάτητος με βήμα ρυθμικό
σε ήχους χωρωδίας γοτθικής
σε ήχους οργάνων και τυμπάνων.
Παλεύω να γεννήσω κάτι ωραίο
δώρο και εκδίκηση μαζί
για αντικείμενο το υποκείμενο
η άσπρη επιφάνεια για όριο.
Ντροπή και περηφάνεια
γι αυτά που έκανα, γι αυτά που δεν έκανα
ο σεβασμός υπόκειται στους νόμους των βοθρολυμμάτων
αν αγνός και χαρούμενος, ανάξιος.
Ένα αδιάφορο άγνωστο
αντιφάσκει στην υπόστασή του
πεθαίνει με μεγαλειώδεις φωτιές κι εκρήξεις
κι εσύ μένεις πάλι με τα γνωστά.
Τα ρολόγια κουράζονται κάποτε να γυρνάνε
αγκαλιάζουν μια στιγμή που περνάει
και πέφτουν μαζί της στο κενό.
Μα μέχρι τότε, μόνο τους μέλλημα,
σκοπός ζωής, να δείχνουν την ώρα.
Θαραλλέος εγώ, προς τους ανθρώπους κατευθύνομαι.