Ο ευτυχέστερος
Μια μυρωδιά από φρεσκοπλυμένα σεντόνια
τον άγγιξε στο άνοιγμα της πόρτας.
Γυρίζοντας, ένα ροδοπέταλο στάθηκε στα μαλλιά του.
Με άγριο μίσος το τίναξε, σφάλισε την πόρτα,
τα παράθυρα, ξέσκισε τα φρεσκοπλυμένα σεντόνια,
κι εκεί, σημαδεμένος από μια κόκκινη αχτίδα ήλιου
που έπεφτε στη μέση της κάμαρής του
ξέρασε χολή και αίμα,
αυτός, ο ευτυχέστερος όλων των θνητών.