Ανίκανος να καταλάβω το βάθος της οργής
και τον αέρα ν' αναπνεύσω χειμωνιάτικης αυγής
μια πόρτα ξύλινη, βαριά μεσ' στο μυαλό μου βρήκα
και στο παλιό παλάτι των ειδώλων μπήκα
(μύριζε σκόνη, κούραση και πόνο).
Στους σκοτεινούς και γκρίζους διαδρόμους του
περπάτησα
και τις φιγούρες των αρχαίων των προγόνων τις
ανάστησα
το άμετρο φορτίο τους να σέρνουνε στους ώμους
Σίσυφοι και Αιώνιοι μέσα σε άγριους δρόμους
(τους δρόμους της ανάγκης, συνήθεια και νόμος).
Στου προπατορικού του αμαρτήματος τις λέξεις
ανάμεσα παραπατώ, σκοντάφτω σε αόρατα εμπόδια
και ξάφνου να παρατηρώ των εγγονών μου τα εισόδια
στις πύλες του αέναου χρόνου βρίσκομαι, σώπα,
των πόθων σου την μοίρα δεν μπορείς να επιλέξεις.