Γκρίζο τοπίο. Σκόνη ξερή χαϊδεύει τα μαλιά μου.
Νεράιδες κλέψαν την μιλιά μου.
Άσπρο μάρμαρο, λεπρό. Τραγούδι ξεφτισμένο.
Και οι θεοί πεθάνανε. Το σπίτι γκρεμισμένο.
Παρηκμασμένο αίσθημα, του γερασμένου χρόνου.
Άμοιρη έννοια. Λέξη κενή. Δικαιολογία πόνου.
Στη σκόνη χαράζονται γραμμές, εμπόρευμα εμπόρων
στο τείχος καταγράφονται οι πράξεις των δαιμόνων.
Κοιτώ τα μάτια των παιδιών, τα μάτια των γερόντων
το μίσος βλέπω των εθνών, δύναμη κυβερνώντων.
Αρχαίο λάθος, άρνηση και φόβος των ανθρώπων.
Απώλεια συνείδησης, παράδοση των όπλων.
Μισώ το μίσος των νεκρών, το μίσος επιζώντων
το μίσος τον βρυκόλακα των ανθρωπίνων όντων.
Λάθος θυμούνται, λάθος ξεχνούν, λάθος αποφασίζουν.
Τις πράξεις τις ασήμαντες αθάνατες λογίζουν.
Μπροστά στον άρρωστο μαικήνα γονατίζουν
γη τε και ύδωρ του προσφέρουν.
Ταπεινά. Ηλίθια. Για την πατρίδα.