Οι ελευθέριοι
Α! Ο βάλτος μου
χωρίς σκοινί, χωρίς κλαδί
μέσα του θα βουτήξω,
να τον περάσω, να τον τινάξω,
την μαύρη λάσπη του να αναφλέξω,
τα μπλουζ του τάφου να συλλέξω,
να λάμψει η φωτιά των αστεριών αγνή,
εξαερωτική πάνω στη γη,
καθώς τα μίζερα τα ερπετά θα με κοιτάνε,
και θα πονάνε, τη μαύρη τους ψυχή θα ξεριζώσω,
θα ξεδιπλώσω το μεγαλείο του θανάτου τους
ο Αρμαγέδων των γελοίων έχει έρθει
δέκα χιλιάδες άνθρωποι το ρόλο τους θα παίξουν,
και θα αντέξουν, το όνειρο να χτίσουν,
απ' την αρχή,
την εποχή,
των ελευθέριων.