"Ω! Συγνώμη, πίστεψα προς στιγμήν
πως το πλήρωμα του χρόνου είχε έρθει"
ανεφώνησε ξαφνιασμένο το ασχημάτιστο δεινοσαυράκι
και αίφνης, με τα λόγια τούτα
τραβώντας μέσα το σπασμένο τμήμα του κελύφους
χάθηκε μέσα στο χαλκοπράσινο αυγό
που τόσο ανόητα και πρόωρα είχε σπάσει.
Λόγια που δεν άκουσε κανείς - ο άνεμος μόνο τα
παρέσυρε
κι η σκόνη που ερχόταν και σκέπαζε τα πάντα
τα διέλυσε.
Στην όχθη του παρακειμένου ποταμού,
από καιρό πολύ πια στερεμένου,
ο ρόγχος της μεγάλης πράσινης σαύρας δέσποζε
ακόμα και σ' αυτόν τον ήχο του ανέμου.
Η σκόνη που λαίμαργα την έτρωγε, σχεδόν κόκκινη
φαινότανε
στο φώς του παγωμένου ήλιου.
Σαν κόκκινο κουρέλι, κακόγουστα αστείο
ένα μικρό σύννεφο ταξίδευε στην δύση,
μόνος αυτοκράτορας πλέον του ραγισμένου ουρανού.
Με ένα κλικ, σαν σαπουνόφουσκα,
η πραγματικότης διελύθη στο κενό.