Στριφογυρνάω μέσα στο φέρετρο
των μικροαστικών μου καταβολών
θαμένος κάτω από δύο μέτρα
ανάγκης επιβίωσης.
Ένα μεγάλο, όμορφο νεκροταφείο
με ψηλά, ίσια κυπαρίσια
και άσπρους καθαρούς μαρμάρινους τάφους.
Πολυπληθές το μέρος.
Αν αθροίσεις τους ανθρώπους
και έκαστος από αυτούς κάτι κιλά σκουλήκια
ε, είναι κάποιος πληθυσμός,
να το αμφισβητήσει κανένας δεν μπορεί.
Μα εμένα τα όνειρά μου ήταν άλλα.
Είχα και εφιάλτες, να το αρνηθώ δεν δύναμαι,
αλλά τα όνειρά μου ήταν άλλα.
Μα τώρα το καπάκι είναι βαρύ και καρφωμένο
και κανένας δεν με ρώτησε πιο πριν,
μόνο ξαφνικά, κάποιος με έχωσε εκεί μέσα
και πριν καλά καλά το νοιώσω τι συμβαίνει
βρέθηκα στον τάφο.
Κρύος, υγρός και σκοτεινός,
παρ' όλο που έχει όλες τις ανέσεις.
Και ρεύμα και νερό και τηλεόραση
αμάξια, γυναίκες και πολιτικούς
και χρήμα και παρά φύση συνουσία
της ποινής του θανάτου με την δημοκρατία.
Αχ, ας τ' αφήσουμε αυτά,
τι μίζερος που είσαι βρε παιδί μου!
Ας έκανες καλύτερες επιλογές...
Δεν πάμε τώρα λιγάκι να ξεσκάσουμε;
Ξέρω ένα μέρος πολύ χάι, εδώ,
δυό τάφους παρακάτω. Έλα μωρό μου,
μην είσαι κατσούφης, η ζωή είναι ωραία.