Τριβή

Ανησυχώ για την αναζωογόνηση
του μαύρου πέπλου.
Αντιλαμβάνομαι την αίσθηση
του πεπληρωμένου χρόνου
που τα κενά διαστήματα εσώτερου
σαρκασμού και καταβάσεως
καλύπτει.
Αντίκρυ στέκεται το φάσμα
ενός σταφιδιασμένου γέρου
που σε σωρό ασημόχρωμης σκόνης
τείνει να μεταλλαχτεί.
Μαζί μου στέκεται το εύθραυστο
μα πόσο, ω, πόσο δυνατό
σαρκίο, πραγματικό και ατελές
που χώμα ήταν και χώμα θα γίνει
μα ενδιάμεσα το πρόσωπο
του άφθαρτου Θεού θ΄ αγγίξει
κάτω απ΄ το χλωμό φεγγάρι θα μεθύσει
και τις καυτές ακτίνες του ήλιου θα ρουφήξει.
Την γκρίζα σκέψη, όμως, πώς θ΄ αντέξει;
Ανάλωση σε τόνο πλάγιο πρώτο
παρανάλωμα σε αόρατη φωτιά,
και κρύο που τις στάχτες θα σκεπάσει.
Απλώθηκα,
κι ολάκερο το σύμπαν αφομοίωσα.