
Εν πλήρει συγχίσει διαβιώ
καθώς οι μέρες περνούν παραπατώντας.
Ρέουν οι εικόνες μέσα στο μυαλό μου
αλλοιωμένες, περίεργες και παραμορφωμένες,
καθώς οι ώρες στάζουν και κολλάνε
σαν αίμα απ΄ το μανίκι ενός νεκρού.
Σαν αργός παγετώνας που σπάζει
και γλυστράει στα πόδια του βουνού
γελούνε με τα λόγια του τρελλού.
Διαλύονται στον αέρα π΄ ανασαίνω
κι ο αέρας γίνεται πηχτός, βρωμάει,
και τίποτα δεν προχωράει.
Το σύμπαν μοιάζει να δειλιάζει και να βαριοπατάει
φοβούμενο το μέλλον του κενού
κι ανίκανο να προχωρήσει.
Η μέρα είναι σκούρα, σκοτεινή και παραστρατημένη.
Οι νύχτες, λευκές είναι, και σκληρές
καθώς το μαύρο, το κόκκινο και τ΄ άσπρο
δίνουν τροφή στα όνειρά μου.
Μούσα υστερική κι αλλοπαρμένη
στον τοίχο ακουμπά και με κοιτάζει,
ψυχή π΄ ουρλιάζει.