Ωδή στο αιώνιο θύμα

Ανάλωσα το μέρος της μορφής
που κάθε βράδυ, στην πόρτα της απέναντι ντουλάπας
ντουφεκίζεται.
Και ρούφηξα τον ήλιο της αυγής
καθώς το βρέφος στην ένοχη ζαλάδα της μητέρας
νανουρίζεται.
Αντίκρυσα το γέλιο του θανάτου
στο μέταλλο μεγάλου μαύρου φορτηγού
να καθρεφτίζεται.
Στη σάρκα σάπιων ιδεών
και σκουριασμένων πατρογονικών ιδανικών
με χάρη να λικνίζεται.
Κυλίστηκα στο πάτωμα
με τα κομμάτια των παλιών καιρών
να με πληγώνουνε
Αρρώστησα γι αυτούς που σκοτωθήκαν
και χίλια χρόνια δικαστήκαν
να με πληρώνουνε.
Με πάταγο σωριάστηκε στο χώμα
και με κρυφό λυγμό, το αίμα του πλημμύρισε το στόμα.