Παραλλήρημα

Οι πληγές μου ανοίξανε πάλι σήμερα
και άρχισαν να τρέχουν.
Σκούρο, ζεστό αίμα και πράσινο πύον
στάζουν, και το πάτωμα λερώνουν.
Κι όπως σιγά σιγά τον έλεγχο του μυαλού μου χάνω,
ηδονικά υποφέρω, τον πόνο μου απολαμβάνω.
Μανιασμένος, πανικόβλητος ρυθμός στο σώμα μου τρυπώνει
κι η καρδιά μου όλο και κρυώνει, κρυώνει, παγώνει.
Το ψέμα στην ανάσα σου λεπτό, βρώμικο χιόνι,
το τέρας στο κεφάλι μου κερδίζει, μαγαλώνει.
Αχόρταγο μεταλλικό κενό το χώρο μου γεμίζει
πόνος, κρύος πόνος, καυτός πόνος στα μάτια μου γυαλίζει.
Μες στην αρρώστεια μου κυλιέμαι, με την αρρώστεια μου πηδιέμαι
δυό βήματ΄ απ΄ τον θάνατο χίλιες φορές γεννιέμαι.
Υγρό σκοτάδι, μαύρο, βαρύ, θανατηφόρο νέφος
εκεί βουλιάζω, ω, εγώ, παρατημένο βρέφος
του κόσμου, του μυαλού, γέννημα θρέμα φαντασίας
αρρωστημένης, άμορφης, νεκρό παιδί οπτασίας.
Ανάσταση δεν προσδοκώ νεκρών, τέλμα βαθύ
γυρεύω δώρα πικρά, θανατερά απ΄ όλους σας μαζεύω.
Τον θάνατό μου προκαλώ, ακόμα περιμένω,
καθώς πληγές μου προκαλούν πόνο καταραμένο
γλοιώδες σώμα, άμορφο, και πάλι ξεθαμένο.
Πίσω από μάσκα γελαστή, ευχάριστη φατσούλα
πίνω χολή, ξερνώ χολή, παίζω με τις πληγές μου
ζω σε φριχτή αναμονή τις τελευταίες στιγμές μου.