Απογοήτευση ΙΙ

Το πέρασμα ήταν μακρύ και δύσκολο.
Άδειοι δρόμοι που γυρίζανε γύρω από τσιμεντένιες μάζες,
γκρίζες και ματωμένες από το αίμα των καιρών.
Από την άλλη άκρη,
κόκκινες πεταλούδες πετούσαν προς το μέρος μου.
Περίμενα λάσπη, μα μόνο η σκόνη που σήκωνε ο κρύος αέρας
με υποδέχτηκε
Σε μαύρα αυτοκίνητα, οι νεκροθάφτες περιμέναν.
Κίτρινα πρόσωπα, μαύρα κουστούμια.
Σε μία κάποια απόσταση, οι θεατές παρακολουθούσαν.
Απέναντι, το δίλλημα του τρεξίματος ή του κεριού
με περιμένει ολοζώντανο, να δοκιμάσει την πάστα που είμαι
φτιαγμένος.
Πάνε οι φανταστικοί μου κόσμοι τώρα.
Πάνε οι μοιραίες ερωμένες μου,
οι απόμακρες Δουλτσινέες μου και οι ιδανικές στιγμές μου.
Και το μικρό δεινοσαυράκι μου, από μακρυά να με κοιτά,
σ΄ ένα κλουβί φυλακισμένο.
Άντε λοιπόν, να τελειώνουμε.
Το δίκιο νόημα δεν έχει πια.
Η καλωσύνη, ελλάτωμα μέγα.
Η αγάπη, αμαρτία, αυτοκτονία, αυτοκαταστροφή.
Η ανθρωποσύνη ψέμα και το ψέμα αλήθεια.
Το καλό, στη φαντασία,
πραγματικό το όνειρο κι ο εφιάλτης τιμωρία,
το τόλμημα ανθρώπινο, απάνθρωπη η πληρωμή.
Το τέλος κοντά. Οι δυνατοί επιβιώνουν.
Κι η άρνηση της σκληρότητας, αδυναμία.
Ας δώσουμε λοιπόν στους δυνατούς
και φυσιολογικούς ένα έργο τέχνης ακόμα,
Νά ΄χουν κάτι να πουλάνε στους πλειστηριασμούς τους.