
Η ομορφιά φοράει μάσκα, κοιτάει από το μπαλκόνι
της
το χαρούμενο πλήθος του καρναβαλιού.
Ψάχνω ένα γύρω, εκείνη την αίσθηση
το ηλεκτρικό μπλέ της σκέψης που ανατέλλει
μέσα από τον βάλτο.
Μια βάρκα που δεν μπορεί να περάσει απέναντι,
καθώς η λάσπη έπηξε γύρω από τα φύκια,
πράσινη, πράσινα και τα φύκια,
ένα πλακουτσωτό, μυτερό κεφάλι
πάνω σ΄ ένα μακρύ λαιμό που βγαίνει μέσα απ΄
το νερό
με οδηγάει.
Αρχαίοι θεοί με περιτριγυρίζουν, δαίμονες χορεύουν
γύρω μου,
σ΄ έναν ξέφρενο χορό, σάτυροι και μαινάδες
ο Διόνυσος χορεύει παρέα με τον Θωρ,
ο Κρομ τα πίνει παρέα με τον Σετ,
καθώς ο Κόναν ανακαλύπτει τις Νύμφες του Ολύμπου,
κι ο Παν βουτάει το μαγικό ραβδί του
στο κιούπι με το μέλι που του προσφέρει η Σόνια.
Λίγο πιο πέρα, δίπλα στην γιγάντια φωτιά,
ο Μέρλιν μιλάει για ξόρκια με τον Γκάνταλφ,
καθώς ο βασιλιάς Αρθούρος ανακαλύπτει
τις χάρες της Ιφιγένειας.
Ησυχία. Αιώνες εγώ. Δεκαετίες εγώ.
Πάντα εγώ. Πολύ μεγάλος ή πολύ μικρός.
Κοιτάζομαι στον καθρέφτη. Αγκαλιάζω την κοπέλα
με την άσπρη μάσκα.
Ο Θεός κλαίει στη μέση του δωματίου μου.
Κίτρινα μικρά λουλουδάκια φυτρώνουν στους τοίχους
μου.
Ένας καυτός αέρας φυσάει από το παράθυρο,
στοβιλίζοντας την άμμο της ερήμου γύρω μου.
Χίλια χρόνια το ίδιο χρώμα.
Ποιός έκλεισε τα φώτα;