Αυτοπεποίθηση

Πέπλα λευκά περνάν΄ από μπροστά μου
για μια στιγμή, το δέρμα μου αγγίζουνε
τον κρύο και καυτό αέρα στροβιλίζουνε
και πάντοτε, μα πάντοτε, στέκουν μακρυά μου.
Τη χολή μου τώρα θα ξεράσω,
μίσος και θυμό θέλω να ξεσπάσω
για άϋλα φαντάσματα και υλικά ξυράφια
κατάρα στο κρυφό, στο παραπέτασμα κατάρα!
Γιατί ο Μέγας Ήλιος μου δε λέει να βγει ακόμα;
Γιατί μεγάλη παγωνιά με έριξε σε κώμα;
Γιατί τσεκούρια πέφτουνε και λιώνουν τα πλευρά μου;
Γιατί σε με η άνοιξη δεν έτρεξε κοντά μου;
Βαθύ, κτηνώδες ουρλιαχτό ξεσκίζει την καρδιά μου
μαύρο, αδίσταχτο, φριχτό τυφλώνει τη ματιά μου.
Τις σάρκες μου σκίζω με νύχια και με δόντια
Καταραμένος, ω, εγώ, στον άπειρο αιώνα.
Δαιμόνια τρέχουν και πηδούν μέσα στην κάμαρή μου
ούτε να ουρλιάξω δεν μπορώ, μου κλέψαν την φωνή μου.
Δεμένο μ΄ έχουν κι αλύπητα με τεμαχίζουν
διέξοδος καμιά, ελπίδα μηδενός.