Κούραση

Ξεχάστηκα, στο βάθος του ορίζοντα
ν΄ ακολουθώ κρύες γραμμές σε μαύρο φόντο.
Οι μνήμες μου γίναν παρανάλωμα
και η φωνή μου έσβησε σε τόνο πλάγιο πρώτο.
Αγάπησα την πρώτη Δουλτσινέα, ουρλιάζοντας
το φόβο του θανάτου και του πόθου.
Ξεβράστηκα σε βρώμικα νερά, αλλάζοντας
ψυχή τε και σώμα τα πυρπόλησα.
Παν΄ απ΄ την θάλασσα κόκκινες φωτιές ανάβουν
και τα βουνά στα δύο σχίζονται με κρότο.
Η νύχτα ειν΄ ολοφώτιστη, χίλιες ψυχές σπαράζουν
πρόσωπα και φωνές, θαμπά, γυρίζουν στο μυαλό μου.
Να με κοιτάς με πρόσωπο ανέκφραστο κουράστηκα
να κάνω έρωτα με βλέμματα σιχάθηκα.
Οι φλέβες μου ζαρώσανε και πέφτουνε στο χώμα
κι εγώ σε δρόμο μίζερο και άσχημο εχάθηκα.