
(η κατάρα της απόστασης)
Η διαδιδόμενη νεκρολαγνεία των ημερών μας
σπρώχνει όλο και πιό πολύ
την άδολη, ανυπόταχτη ψυχή
στην άκρη του βαράθρου του μαρασμού.
Ποντάρω πάντα στο μαύρο
σε μια ρουλέττα με κόκκινα νούμερα μονάχα
και χάνω
κομματάκι κομματάκι τον εαυτό μου.
Μεσα σε μια διαδικασία αποσύνθεσης,
επιταχυνόμενη,
από μέσα προς τα έξω,
περιμένω από στιγμή σε στιγμή
το πλήθος αυτό των αραχνών
που χτίσαν τους ιστούς τους
στα βαθιά κανάλια της σκέψης μου.
Τις περιμένω ν΄ αποφασίσουν
την έξοδό τους,
και τούτο τον κόσμο τον σαχλό, τον πεθαμένο
να κατακτήσουν
και να γκρεμίσουν.
Ν΄ αποικίσουν τα θλιβερά απομεινάρια
των κτισμάτων
που οι άνθρωποι, τούτη η μολυσμένη ράτσα
ονομάσανε μίσος και αγάπη.
Μα πιο πολύ ακόμα περιμένω
την πτώση του θεόρατου πύργου να χαρώ.
Εκείνου, που μέσα στους αιώνες
οι ποιητές των ανθρώπων χτίσαν
πέτρα την πέτρα, λιθάρι το λιθάρι.
Και μας μιλούσαν για την τρομερή τριάδα
Πόθο, Έρωτα και Πάθος.
Και μας μιλούσαν για την δύναμή του
και πώς μπορεί αυτός να μας σώσει
και να μας κάνει κομμάτια.
Φτωχοί ηλίθιοι! Τώρα ο πύργος σας
στέκεται ετοιμόρροπος και περιμένει
τις δικιές μου στρατιές
που θα τον αφανίσουν
κάτω από χιλιόμετρα όμορφου,
γυαλιστερού ιστού.
Εσείς δεν θά ΄στε εδώ
μα εγώ είμαι
και παρακολουθώ το μίζερο
απελπισμένο αρχιτεκτόνημα να λυώνει
και να συνθλίβεται
και να καταρρέει.
Και νοιώθω ελεύθερος που επιτέλους
την άκρη του νήματος θα βρώ.